Παρασκευή, Οκτωβρίου 21, 2005
Τα μανταλάκια
[Ποιος σας είπε ότι ο Tero δεν γράφει ιστοριούλες στο blog του;]
Τα ρούχα βγαίνουν απ’ το πλυντήριο, και κρεμιούνται στο σκοινί της μπουγάδας. Εκεί συναντούν τους φίλους τους, τα μανταλάκια. Τα μανταλάκια χαίρονται πάρα πολύ όταν βλέπουν ρούχα να έρχονται. Ενθουσιασμένα τα χαιρετάνε:
«Γεια χαρά μπλούζα, πουκάμισο, σώβρακο, κάλτσα, φούστα, σουτιέν, σακάκι, φανελάκι, ταγιέρ, παντελόνι και πουλόβερ! Καιρό είχαμε να σας δούμε!»
Καθώς το ανθρώπινο χέρι τα κρεμάει ένα-ένα στο σκοινί, κάνα δυο ευαίσθητα μάλλινα φωνάζουν στα μανταλάκια:
«Άου, με πονάτε!»
«Συγγνώμη», μουρμουράνε τα μανταλάκια, «δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς».
Αφού η διαδικασία του απλώματος των ρούχων τελειώσει, και αφού ο ανθρώπινος παράγοντας αποσυρθεί, τα μανταλάκια προχωράνε αμέσως στο ψητό:
«Για πείτε τι είδατε όλες αυτές τις μέρες που σας φοράγανε! Πείτε μας κι εμάς που ξεροσταλιάζουμε εδώ στο σκοινί μέρα-νύχτα και δεν βλέπουμε κόσμο...»
«Άσε», ξεκινάει το κουτσομπολιό ένα σακάκι, «είδα χθες ένα προϊστάμενο, πολύ μαλάκα. Όλη την ώρα ήταν από δίπλα μας και μας επέβλεπε. Και τι κακό συνήθειο να ακουμπά συνέχεια το λιγδιασμένο χέρι του στον ώμο μου. Ευτυχώς έκανα μπάνιο και καθάρισα.»
Τον συμπληρώνει η γραβάτα, κρεμασμένη δίπλα του: «Είχε μια κοιλιά που ξεχείλιζε από το παντελόνι του. Σκέτη αηδία, σου λέω. Δεν τον χώραγαν τα ρούχα του. Η δε γραβάτα του ήταν άθλια. Δεν ήταν κομψή, σαν εμένα για παράδειγμα. Χα! Χα! Χα!»
Και μ’ αυτά τα λόγια, ένα αεράκι φύσηξε και σήκωσε τη γραβάτα όρθια, με τη μύτη της να κοιτά στον ουρανό.
«Αμ το άλλο τι σου λέει», φωνάζει το πουκάμισο, κρεμασμένο στην άλλη μεριά του σκοινιού «που σκάλιζε τη μύτη του και μετά σκουπιζόταν πάνω στο πουκάμισό του; Φρίκη!»
Τότε το ταγιέρ παίρνει το λόγο:
«Εγώ πάλι συνάντησα έναν ευγενέστατο πελάτη, έναν πραγματικό gentleman, ήταν δε ντυμένος στην τρίχα. Κουστούμι, παντελόνι με τσάκιση και δερμάτινο παπούτσι καλογυαλισμένο. Είπε: “Θα ξαναπεράσω”. Μακάρι!»
«Σίγουρα θα ξαναπεράσει», πέταξε το σουτιέν από δίπλα.
«Κι εσύ που το ξέρεις;» φώναξαν εν χορώ το ταγιέρ και ΌΛΑ τα μανταλάκια.
«Ε, κάτι ξέρουμε κι εμείς! Ο τύπος την έχει δαγκώσει τη λαμαρίνα. Αφού, που και που, έριχνε και μια κλεφτή ματιά προς τη μεριά μου! Χε, χε χε!»
Αυτό όταν τ’ ακούσανε τα άσπρα μανταλάκια κοκκινίσανε, τα κόκκινα κοκκινίσανε ακόμα πιο πολύ, και τα πράσινα γίνανε καφετί. Το ταγιέρ έκανε πως σφυρίζει αδιάφορα αλλά είχε κοκκινίσει λίγο κι αυτό.
Η φούστα, που μέχρι εκείνη την ώρα φυσούσε και ξεφυσούσε από τα νεύρα της, φώναξε τότε: «Εσείς λέτε ό,τι θέλετε! Σας λέω, δεν είναι έτσι τα πράγματα. Ο άνθρωπος ήταν ευγενικός, και σίγουρα δεν έδειξε ερωτικό ενδιαφέρον! Ε, μ’ ακούτε;»
Κανείς όμως δεν την άκουγε γιατί εν τω μεταξύ το ενδιαφέρον είχε ανάψει από την άλλη μεριά της μπουγάδας όπου το σώβρακο διηγούνταν:
«...Και τότε ξεκούμπωσε το παντελόνι του και επιτέλους την είδα κι εγώ. Ήταν κούκλα, μα την αλήθεια. Της λέει “Γδύσου, μωρό μου!” Αυτή τα έβγαλε όλα, τον ξάπλωσε στο κρεβάτι, και με αργές κινήσεις με έβγαλε κι εμένα από πάνω του. Μετά όμως με πέταξε πιο πέρα, προς μια βιβλιοθήκη, κι έτσι δεν είδα τα υπόλοιπα!»
«Άσε ρε τα σάπια, και λέγε τι είδες μετά!», του πέταξαν τα δυο μανταλάκια που το κράταγαν.
«Αλήθεια σας λέω, ήμουν άτυχος, έτσι που με πέταξε μακριά δεν μπορούσα να δω τι γινόταν. Άκουγα όμως! Και το τι άκουγα δεν λέγεται!»
«Για πες, για πες!»
«Ε, δε μπορώ να σας τα πω ρε παιδιά! Ντρέπομαι!»
Δεν ντρεπόταν όμως το παντελόνι, που είπε όλα τα πιπεράτα που άκουσε και είδε με το νι και με το σίγμα. Τα μεν ανδρικά ρούχα χασκογέλαγαν νευρικά, τα δε γυναικεία (εκτός απ’ τη φούστα, που συνέχιζε να φυσάει και να ξεφυσάει από τα νεύρα της) ψιθύριζαν μεταξύ τους «Ευτυχώς που και η δική μας τον έχει χεσμένο. Έχει βρει καλύτερους.»
Τ’ άκουσε αυτό ένα μανταλάκι (αυτό που κράταγε το σουτιέν), το μετέφερε στην ομήγυρη, κι έτσι άρχισε ένα σούσουρο που κράτησε ώρες. Η συζήτηση τέθηκε εκτός ελέγχου. Γέλια, φωνές, κακό.
Μα ξαφνικά, μούγκα όλοι.
Είχε ανοίξει η πόρτα. Ο ανθρώπινος παράγοντας βγήκε έξω. Πλησίαζε προς τη μπουγάδα. Όλα τα μανταλάκια κρατήθηκαν για να μη σκάσουν στα γέλια πάλι απ’ αυτά που λέγανε προηγουμένως.
Πλησίασε ακόμη πιο πολύ.
«Μα τι κάνει;», σκέφτηκαν, «αφού δεν πέρασε ούτε ένα τέταρτο από τότε που κρέμασε τα ρούχα.»
Τελικά έφτασε στη μπουγάδα. Κοίταξε διερευνητικά, βρήκε ένα ελεύθερο μανταλάκι, και κρέμασε μια κάλτσα. Πραγματικά, το άλλο μισό του ζευγαριού ήταν εκεί από την αρχή αλλά κανένα ρούχο ή μανταλάκι δεν είχε προσέξει ότι ήταν μόνη.
«Τι έγινε ρε, εσένα γιατί σε ξεχάσανε;» της είπαν δυο χωρατατζίδικα μανταλάκια.
«Αμ δεν με ξεχάσανε, επίτηδες μ’ αφήσανε έξω απ’ το πλυντήριο. Στο χέρι μ’ έπλυναν. Μ’ εμένα είχε “σκουπιστεί” ο “κύριος”, μετά από την “περιπετειούλα”. Γι’ αυτό με έπλυνε ξεχωριστά, για να μην πάρει τίποτα χαμπάρι η κυρία.»
...And they all went like:“WOW!”
Επιμύθιο: Προσέξτε γιατί και τα μανταλάκια έχουν αυτιά.
Tero
ΥΓ. Μη με ρωτάτε πως μου ‘ρθε κι έγραψα αυτή την ιστορία. Μου βγήκε έτσι, αυθόρμητα. Όποιος έχει αδύναμη κράση καλά να πάθει, εγώ έχω προειδοποιήσει.
Τα ρούχα βγαίνουν απ’ το πλυντήριο, και κρεμιούνται στο σκοινί της μπουγάδας. Εκεί συναντούν τους φίλους τους, τα μανταλάκια. Τα μανταλάκια χαίρονται πάρα πολύ όταν βλέπουν ρούχα να έρχονται. Ενθουσιασμένα τα χαιρετάνε:
«Γεια χαρά μπλούζα, πουκάμισο, σώβρακο, κάλτσα, φούστα, σουτιέν, σακάκι, φανελάκι, ταγιέρ, παντελόνι και πουλόβερ! Καιρό είχαμε να σας δούμε!»
Καθώς το ανθρώπινο χέρι τα κρεμάει ένα-ένα στο σκοινί, κάνα δυο ευαίσθητα μάλλινα φωνάζουν στα μανταλάκια:
«Άου, με πονάτε!»
«Συγγνώμη», μουρμουράνε τα μανταλάκια, «δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς».
Αφού η διαδικασία του απλώματος των ρούχων τελειώσει, και αφού ο ανθρώπινος παράγοντας αποσυρθεί, τα μανταλάκια προχωράνε αμέσως στο ψητό:
«Για πείτε τι είδατε όλες αυτές τις μέρες που σας φοράγανε! Πείτε μας κι εμάς που ξεροσταλιάζουμε εδώ στο σκοινί μέρα-νύχτα και δεν βλέπουμε κόσμο...»
«Άσε», ξεκινάει το κουτσομπολιό ένα σακάκι, «είδα χθες ένα προϊστάμενο, πολύ μαλάκα. Όλη την ώρα ήταν από δίπλα μας και μας επέβλεπε. Και τι κακό συνήθειο να ακουμπά συνέχεια το λιγδιασμένο χέρι του στον ώμο μου. Ευτυχώς έκανα μπάνιο και καθάρισα.»
Τον συμπληρώνει η γραβάτα, κρεμασμένη δίπλα του: «Είχε μια κοιλιά που ξεχείλιζε από το παντελόνι του. Σκέτη αηδία, σου λέω. Δεν τον χώραγαν τα ρούχα του. Η δε γραβάτα του ήταν άθλια. Δεν ήταν κομψή, σαν εμένα για παράδειγμα. Χα! Χα! Χα!»
Και μ’ αυτά τα λόγια, ένα αεράκι φύσηξε και σήκωσε τη γραβάτα όρθια, με τη μύτη της να κοιτά στον ουρανό.
«Αμ το άλλο τι σου λέει», φωνάζει το πουκάμισο, κρεμασμένο στην άλλη μεριά του σκοινιού «που σκάλιζε τη μύτη του και μετά σκουπιζόταν πάνω στο πουκάμισό του; Φρίκη!»
Τότε το ταγιέρ παίρνει το λόγο:
«Εγώ πάλι συνάντησα έναν ευγενέστατο πελάτη, έναν πραγματικό gentleman, ήταν δε ντυμένος στην τρίχα. Κουστούμι, παντελόνι με τσάκιση και δερμάτινο παπούτσι καλογυαλισμένο. Είπε: “Θα ξαναπεράσω”. Μακάρι!»
«Σίγουρα θα ξαναπεράσει», πέταξε το σουτιέν από δίπλα.
«Κι εσύ που το ξέρεις;» φώναξαν εν χορώ το ταγιέρ και ΌΛΑ τα μανταλάκια.
«Ε, κάτι ξέρουμε κι εμείς! Ο τύπος την έχει δαγκώσει τη λαμαρίνα. Αφού, που και που, έριχνε και μια κλεφτή ματιά προς τη μεριά μου! Χε, χε χε!»
Αυτό όταν τ’ ακούσανε τα άσπρα μανταλάκια κοκκινίσανε, τα κόκκινα κοκκινίσανε ακόμα πιο πολύ, και τα πράσινα γίνανε καφετί. Το ταγιέρ έκανε πως σφυρίζει αδιάφορα αλλά είχε κοκκινίσει λίγο κι αυτό.
Η φούστα, που μέχρι εκείνη την ώρα φυσούσε και ξεφυσούσε από τα νεύρα της, φώναξε τότε: «Εσείς λέτε ό,τι θέλετε! Σας λέω, δεν είναι έτσι τα πράγματα. Ο άνθρωπος ήταν ευγενικός, και σίγουρα δεν έδειξε ερωτικό ενδιαφέρον! Ε, μ’ ακούτε;»
Κανείς όμως δεν την άκουγε γιατί εν τω μεταξύ το ενδιαφέρον είχε ανάψει από την άλλη μεριά της μπουγάδας όπου το σώβρακο διηγούνταν:
«...Και τότε ξεκούμπωσε το παντελόνι του και επιτέλους την είδα κι εγώ. Ήταν κούκλα, μα την αλήθεια. Της λέει “Γδύσου, μωρό μου!” Αυτή τα έβγαλε όλα, τον ξάπλωσε στο κρεβάτι, και με αργές κινήσεις με έβγαλε κι εμένα από πάνω του. Μετά όμως με πέταξε πιο πέρα, προς μια βιβλιοθήκη, κι έτσι δεν είδα τα υπόλοιπα!»
«Άσε ρε τα σάπια, και λέγε τι είδες μετά!», του πέταξαν τα δυο μανταλάκια που το κράταγαν.
«Αλήθεια σας λέω, ήμουν άτυχος, έτσι που με πέταξε μακριά δεν μπορούσα να δω τι γινόταν. Άκουγα όμως! Και το τι άκουγα δεν λέγεται!»
«Για πες, για πες!»
«Ε, δε μπορώ να σας τα πω ρε παιδιά! Ντρέπομαι!»
Δεν ντρεπόταν όμως το παντελόνι, που είπε όλα τα πιπεράτα που άκουσε και είδε με το νι και με το σίγμα. Τα μεν ανδρικά ρούχα χασκογέλαγαν νευρικά, τα δε γυναικεία (εκτός απ’ τη φούστα, που συνέχιζε να φυσάει και να ξεφυσάει από τα νεύρα της) ψιθύριζαν μεταξύ τους «Ευτυχώς που και η δική μας τον έχει χεσμένο. Έχει βρει καλύτερους.»
Τ’ άκουσε αυτό ένα μανταλάκι (αυτό που κράταγε το σουτιέν), το μετέφερε στην ομήγυρη, κι έτσι άρχισε ένα σούσουρο που κράτησε ώρες. Η συζήτηση τέθηκε εκτός ελέγχου. Γέλια, φωνές, κακό.
Μα ξαφνικά, μούγκα όλοι.
Είχε ανοίξει η πόρτα. Ο ανθρώπινος παράγοντας βγήκε έξω. Πλησίαζε προς τη μπουγάδα. Όλα τα μανταλάκια κρατήθηκαν για να μη σκάσουν στα γέλια πάλι απ’ αυτά που λέγανε προηγουμένως.
Πλησίασε ακόμη πιο πολύ.
«Μα τι κάνει;», σκέφτηκαν, «αφού δεν πέρασε ούτε ένα τέταρτο από τότε που κρέμασε τα ρούχα.»
Τελικά έφτασε στη μπουγάδα. Κοίταξε διερευνητικά, βρήκε ένα ελεύθερο μανταλάκι, και κρέμασε μια κάλτσα. Πραγματικά, το άλλο μισό του ζευγαριού ήταν εκεί από την αρχή αλλά κανένα ρούχο ή μανταλάκι δεν είχε προσέξει ότι ήταν μόνη.
«Τι έγινε ρε, εσένα γιατί σε ξεχάσανε;» της είπαν δυο χωρατατζίδικα μανταλάκια.
«Αμ δεν με ξεχάσανε, επίτηδες μ’ αφήσανε έξω απ’ το πλυντήριο. Στο χέρι μ’ έπλυναν. Μ’ εμένα είχε “σκουπιστεί” ο “κύριος”, μετά από την “περιπετειούλα”. Γι’ αυτό με έπλυνε ξεχωριστά, για να μην πάρει τίποτα χαμπάρι η κυρία.»
...And they all went like:“WOW!”
Επιμύθιο: Προσέξτε γιατί και τα μανταλάκια έχουν αυτιά.
Tero
ΥΓ. Μη με ρωτάτε πως μου ‘ρθε κι έγραψα αυτή την ιστορία. Μου βγήκε έτσι, αυθόρμητα. Όποιος έχει αδύναμη κράση καλά να πάθει, εγώ έχω προειδοποιήσει.
Άλλοι άνεμοι:
Φύσα κι εσύ!
‹‹‹ Φου κι απ' την αρχή!
@ 0 comments
Είμαι στην ευχάριστη θέση να σε ενημερώσω ότι δεν είμαι ο "κύριος" της ιστορίας. Τώρα, για το ότι παρόμοια περιστατικά έχουν πράγματι συμβεί σε πολλά σπίτια, είναι απολύτως βέβαιο!
@ avanti
Όντως θα ήταν πιο διασκεδαστικό σε cartoon.
Θα πρότεινα τον etc, αλλά έχει εξαφανιστεί τον τελευταίο καιρό :'-(.
Πάντως, όχι να το παινευτώ, αλλά το twist in the tail (ή twist in the tale) με την κάλτσα είναι όλα τα λεφτά!
Tero
Είμαι στην ευχάριστη θέση να σε ενημερώσω ότι δεν είμαι ο "κύριος" της ιστορίας. Τώρα, για το ότι παρόμοια περιστατικά έχουν πράγματι συμβεί σε πολλά σπίτια, είναι απολύτως βέβαιο!
@ avanti
Όντως θα ήταν πιο διασκεδαστικό σε cartoon.
Θα πρότεινα τον etc, αλλά έχει εξαφανιστεί τον τελευταίο καιρό :'-(.
Πάντως, όχι να το παινευτώ, αλλά το twist in the tail (ή twist in the tale) με την κάλτσα είναι όλα τα λεφτά!
Tero
Φύσα κι εσύ!
‹‹‹ Φου κι απ' την αρχή!



