Τετάρτη, Νοεμβρίου 30, 2005

 

Με αφορμή αυτό το ποστ της Κουρούνας...

Είναι μερικά ποστ που σου δίνουν δυνατές σφαλιάρες...

Εδώ η Κουρούνα γράφει τι θα ήθελε να μπορούσε να κάνει...

[...] κλειδώνω την πόρτα του σπιτιού, πετάω το κλειδί στη σχάρα του υπονόμου, μπαίνω στο αμάξι και ξεκινάω γι' άγνωστο προορισμό -χωρίς να βάλω τη ζώνη μου. Σταματάω μόνο όπου μου κάνει κέφι, μένω για λίγο καιρό εκεί, γνωρίζω τους κατοίκους, γράφω τις ιστορίες τους κι έπειτα συνεχίζω το δρόμο μου. [...]

Αντί όλων αυτών, πίνω τελικά ένα ντεπόν και συνεχίζω τη μετάφραση, προτού πάθει εγκεφαλικό ο εργοδότης -που είμαι σίγουρη πως θέλει κι αυτός να καταπιεί το κλειδί του και να χαθεί προς άγνωστη κατεύθυνση.


Πόσο τη νιώθω...

Η καθημερινότητα μας πατάει κάτω. Δουλειές, τρέξιμο, ελάχιστη κοινωνικότητα, και ξανά τρυπώνουμε μέσα στο σπίτι. Στους τέσσερίς μας τοίχους. Στην καταδίκη μας. Στην καταδική μας φυλακή. Στο καταφύγιο που μισούμε.

...

Περπατάω στο δρόμο. Βλέπω ανθρώπους που περπατούν βιαστικοί. Καθώς περπατάω αργά, με προσπερνούν κοιτώντας κάτω ή στο πλάι, πάντως όχι εμένα. Δεν έχουν χρόνο για κοινωνικές συναναστροφές. Στα χέρια τους κρατάνε ψωμί ή εφημερίδα ή χαρτοφύλακα ή τσάντες με ψώνια, και τα κλειδιά. Βιάζονται. Βιάζονται να χωθούν στην τρύπα που αποκαλούν «σπίτι» τους. Βιάζονται να κάνουν τις δουλειές τους. Βιάζονται να τα προλάβουν όλα. Βιάζονται. Β-ι-άζονται.

Αναρωτιέμαι: «Ζουν αυτοί, ή είναι περιπλανώμενα ζόμπι;»

Όταν προβάλουν έξω από την σπηλιά τους, πάλι κρατάνε τα κλειδιά. Τα κλειδιά του αυτοκινήτου ή της μηχανής. Βιάζονται. Βιάζονται να βάλουν μπροστά και να τα προλάβουν όλα, και πάλι. Πάω να ανοίξω το στόμα μου, να ψελλίσω κάτι, μια καλημέρα, μα αυτοί έχουν ήδη εξαφανιστεί, η καλημέρα μένει στη μέση. Βιάζονται.

...

Τώρα πάω να τους μοιάσω. Βγαίνω από την προσωπική μου φυλακή το πρωί, και κλειδώνω, μη τυχόν και πάει κάποιος άλλος και φυλακιστεί εκεί μέσα. Κρατάω τα κλειδιά σφιχτά μες στη χούφτα μου, μη τυχόν και τα χάσω και δεν μπορώ μετά να φυλακιστώ. Τρέχω στη δουλειά μου, στο δρόμο μου διασταυρώνομαι με εκατοντάδες άτομα, δεν κοιτάω κανένα, κοιτάω στο πάτωμα. Έχω το χέρι στην τσέπη, μη τυχόν και μου πάρει κάποιος τα κλειδιά. Με το που τελειώνω, τρέχω πάλι στο μπουντρούμι μου, ξεκλειδώνω, μπαίνω μέσα, κλειδώνω πάλι γρήγορα. Β-ι-άζομαι.

Σαν να έχω μια φωνή μέσα μου που με διατάζει: «Γύρνα γρήγορα στο κελί σου, ανάγωγε!»

Ίσως φταίει το ότι μέχρι πρόσφατα δεν είχα συνηθίσει στο να κρατάω κλειδιά. Ή, μάλλον, στο να κρατάνε τα κλειδιά εμένα.



Είμαστε δέσμιοι.

Δέσμιοι των κλειδιών μας.

Δέσμιοι των υπαρχόντων μας. Της όποιας περιουσίας μας.

Όπου είναι αυτή, εκεί είμαστε κι εμείς. Κι αν δεν είμαστε εκεί, τουλάχιστον κρατάμε σφιχτά τα κλειδιά που την ασφαλίζουν, με την σκέψη ότι πρέπει, πρέπει, πρέπει να γυρίσουμε πίσω σ’ αυτήν.

Δεν έχουμε το κουράγιο να την «πετάξουμε στα σκουπίδια», ακόμα κι όταν είμαστε μπαφιασμένοι με όλα.

Πόσο θα μας απελευθέρωνε να τα πετάξουμε αυτά τα κλειδιά...

Να γίνουμε περιπλανώμενοι. Με άγνωστο προορισμό - τι σημασία έχει ο προορισμός, σημασία έχει το ταξίδι.

Να ζήσουμε.

[Θυμάμαι ένα κείμενο που είχε γράψει ένας ιθαγενής κάποιας χώρας του Ειρηνικού, νομίζω. Όταν είχε επισκεφτεί μια δυτική πόλη, του είχε κάνει τρομερή εντύπωση το πόσο «κλειστοί» είμαστε εμείς οι «παπαλάγκι» (λευκοί). Μας περιέγραψε: Όταν γυρνάμε σπίτια μας μπαίνουμε μέσα σ’ ένα κουτί. Το κουτί αυτό, στο εσωτερικό αποτελείται από πολλά μικρότερα κουτιά. Δίπλα στο δικό μας κουτί υπάρχει το κουτί ενός άλλου «παπαλάγκι», τον οποίο όμως ούτε που τον γνωρίζουμε, και ούτε χαιρετιόμαστε... Έλεγε κι άλλα αλλά είναι καιρός από τότε που το διάβασα.]

Tero

Άλλοι άνεμοι:
Απο της Κουρούνας πέταξα κι έφτασα φυσέκι!
Τα κλειδιά ξεκλειδώνουν κιόλας. Αυτό ήθελα να γράψω φιλαράκι. Τα κλειδιά του νου μας. Χωρίς κλειδιά πώς θα ξεκινήσει το αμάξι; Με τα καλώδια μάλλον, αλλά είναι μπελάς...
Το κλειδί του Παραδείσου, δε λένε; Αυτό που χάσαμε και ψάχνουμε να το βρούμε; Αυτό.

..το ζουμί είναι να κρατά καθένας τα κλειδιά του.. όχι για να έχει μυστικά, ούτε για να κλειδαμπαρώσει κάποιον άλλο, αλλά για την εξασφάλιση της ελευθερίας του, όση απομένει τεσπα..

Σκέφτομαι δλδ ότι μπορεί και να μη δίνουμε σημασία στα κλειδιά, να μη τα λογαριάζουμε, όταν τα σκεφτόμαστε να ανήκουν σε άλλους. Ας τα σκεφτούμε δικά μας και ας τα χειριστούμε όπως εμείς θέλουμε. Τι λες?
:-)
Ωραίο το σκίτσο! Εμπνευσμένο γιατί όντως θα ήταν τρομακτική η εικόνα στην οποία έχει αντικατασταθεί το χέρι με κλειδιά.
Τα διάβασα όλα αυτά με έναν βαθύ αναστεναγμό...

Φύσα κι εσύ!

‹‹‹ Φου κι απ' την αρχή!

This page is powered by Blogger. Isn't yours?