Τρίτη, Νοεμβρίου 22, 2005
Eίσαι μια άγνωστη και είμαι ένας άγνωστος...
Ε, και;
[Πρώτη φορά που θα *παρακαλέσω* να κάνετε τον κόπο να διαβάσετε αυτό το κείμενο. Είναι σεντόνι, είναι βαρετό στην αρχή, αλλά έχει ερωτήματα που με καίνε στο τέλος.]
Μερικά τυχαία γεγονότα σε αναστατώνουν τόσο πολύ...
Πριν από λίγες μέρες, συνέβησαν τα εξής.
Το κινητό μου άρχισε να χτυπά. Ο αριθμός μου ήταν άγνωστος. Το κοίταζα πολύ ώρα καθώς χτυπούσε, σκεπτόμενος: «Να το σηκώσω τώρα, ή θα ‘ναι κανένας φαρσέρ;». Τελικά, αποφάσισα «δε γαμιέται, σήκωσέ το». Μα με το που πατάω το πλήκτρο ομιλίας, το κλείνει.
“Too late”, σκέφτηκα. Αν θέλει, ας ξαναδοκιμάσει.
Και θα ξαναδοκίμαζε. Μετά από ένα λεπτό με αρχίζει στις αναπάντητες. Δεν προλάβαινα και να το σηκώσω. Μετά από 5-6 αναπάντητες, μου στέλνει το εξής μήνυμα, που μ’ άφησε να ξύνω το κεφάλι μου:
Τώρα, ούτε Κώστα με λένε, ούτε γνωρίζω καμιά Χρύσα.
Ενδεχόμενα άρχισαν να περνάνε από το μυαλό μου. Ή είναι πραγματικά κάποια Χρύσα που ήθελε να γράψει σε κάποιον Κώστα, αλλά έκανε λάθος το νούμερο, ή είναι κάποιος συμφοιτητής μου που μου έστειλε μήνυμα από άλλο κινητό, υπογράφοντας με γυναικείο όνομα, για να δει αν θα «τσιμπήσω».
Όπως κι αν είχε αποφάσισα να απαντήσω:
Η απάντηση ήρθε πολύ γρήγορα και με προβλημάτισε ακόμα περισσότερο από το προηγούμενο.
Το ενδεχόμενο της φάρσας από συμφοιτητή άρχισε να ισχυροποιείται. Αν πράγματι μου μιλάει κάποια Χρύσα που έκανε λάθος το νούμερο, τότε τι την νοιάζει ποιος είμαι; Μάλλον κάποιος «συνάδελφος» θέλει να δει αν μου αρέσει το καμάκι μέσω κινητού.
Το περίεργο είναι ότι, ενώ το πιο φυσιολογικό και για τις δυο περιπτώσεις είναι το να μην απαντήσεις, εγώ έγραψα:
(Σημείωση Είπα και ψέματα, καθότι, stricto sensu, ΔΕΝ είμαι από Θεσσαλονίκη.)
Και πάλι η απάντηση ήρθε γρήγορα:
Τώρα τα δυο ενδεχόμενα μου φαίνονται το ίδιο απίθανα. Αν ήταν συμφοιτητής μου, δεν θα διάλεγε να συνεχίσει έτσι την φάρσα, αλλά θα έγραφε κάτι στο στυλ «Μα πες μου πως σε λένε, θέλω να σε γνωρίσω τώρα!!! κτλ. κτλ.». Αν πάλι ήταν αυτή η κάποια Χρύσα, τότε γιατί επιμένει να θέλει να μάθει πως με λένε, και γιατί τσατίστηκε που δεν θέλω να της πω;
Περνάει ένα μισάωρο ήρεμα. Τότε κάνει μια αναπάντητη. Χωρίς μήνυμα.
Γράφω (just in case που να ήταν η κάποια Χρύσα, γιατί δεν μ’ αρέσει να τσατίζονται άνθρωποι μαζί μου, τουλάχιστον όταν εγώ δεν το επιδιώκω!):
Δεν ήρθε απάντηση. «Του ή της πέρασε», σκέφτηκα.
5μισι ώρες μετά, να σου πάλι μήνυμα και αναπάντητη.
Τώρα το ενδεχόμενο «συμφοιτητής» αρχίζει να εξατμίζεται. Ένας φαρσέρ δεν θα επέμενε ΤΟΣΟ ώστε να ξαναρχίσει τη φάρσα 5μισι ώρες μετά.
Γράφω (στην Χρύσα, πλέον) τον προβληματισμό μου μ’ εκείνη:
(Σημείωση: Δεύτερη φορά που λέω ψέματα. Δεν με λένε Δημήτρη. Κρατάω πισινή, γιατί δεν νοιώθω καθόλου άνετα με αυτήν την «εισβολή» στα προσωπικά μου δεδομένα από έναν άγνωστο.)
Της στέλνω «καπάκι» άλλο ένα μήνυμα:
Έρχεται η απάντηση στο πρώτο μήνυμα, όπου θέτει το ενδιαφέρον της νέτα σκέτα, κι αυτό που εγώ ειρωνεύτηκα («Μήπως θα συναντηθούμε ποτέ;») αυτή το παίρνει στα σοβαρά:
Σκέφτηκα: «ας μην τη φλομώσω ΤΡΙΤΗ φορά»:
Τώρα έρχεται η απάντηση στο «καπάκι»:
Κοίτα να δεις έναν αποφασισμένο άνθρωπο! Άρχισα να σκέφτομαι το νέο ενδεχόμενο η Χρύσα να μου κάνει πλάκα. Άκου εκεί «αν έρθεις». Σάμπως ήξερα που μένει! Και σάμπως αυτή ήταν σίγουρη ότι ήθελε να με γνωρίσει! Γι’ αυτό, της γράφω:
Ανένδοτη, παρά την απειλή «δεν-ξέρεις-με-τι-είδους-άνθρωπο-μιλάς», απαντά:
Εδώ, πολύ θα ήθελα να της είχα απαντήσει «Εάν με γνώριζες, μάλλον θα άλλαζες γνώμη.», αλλά δεν μου ‘ρθε, γαμώτο. Αντ’ αυτού της λέω άλλη μια αλήθεια, τι διάολο να έκανα:
Και «καπάκι», το εξής αφοπλιστικό:
Και, βλέποντας ότι αργεί να απαντήσει («Ωραία, την έβαλα σε σκέψεις!») συμπληρώνω:
Τούτη τη φορά άργησε λίγο, αλλά δεν τα παράτησε. Όμως μάλλον της μπήκαν ψύλλοι στ’ αυτιά:
(Σημείωση 1: Αγόρι «μου»;;;)
(Σημείωση 2: «Εκτός κι αν είσαι κανένας τέτοιος και μου τα λες αυτά.» Ε, ρε γέλια!)
(Σημείωση: Εδώ είπα μεγάλη αλήθεια.)
- Ξέρεις κάτι; Ποτέ δεν έχω γνωριστεί με κάποιον παράξενο άνθρωπο γι’ αυτό μου φάνηκε περίεργο κατάλαβες;
(Σκέψη: «Χαίρομαι που με αποκαλείς παράξενο. Επιτέλους καταλαβαίνεις με τι άνθρωπο έχεις να κάνεις!»)
Ήθελα να της πω ότι δεν έχω σχέση μ΄ αυτά αλλά τα λέω από ιδιοσυγκρασία...
...Κι εκεί μένω από μονάδες. Βίαιο τέλος της ιστορίας...
Afterthoughts: Η αρχική μου αντιμετώπιση ήταν: Σιγά μην υπάρχει έστω και ΜΙΑ Χρύσα στο κόσμο που, ορμώμενη από ένα λάθος μήνυμα, προσπαθεί να γνωρίσει έναν άγνωστο και μάλιστα καίγεται να τον συναντήσει! Κάποιος συμφοιτητής μου έχει κέφια και όρεξη για φάρσες, απλά.
Αργότερα: Δεν είναι συμφοιτητής μου, αλλά που ξέρω εγώ αν αυτός που μου στέλνει τα μηνύματα δεν είναι κάποια Χρύσα αλλά ένας 50ρης τρανσέξουαλ που άκουσε για 18χρονο και του πέσανε τα σάλια, και προσπαθεί, πίσω από το «Χρύσα» να μου κάνει καμάκι; Άλλωστε, «στο Internet {και σ’ όλες της ηλεκτρονικές επικοινωνίες, συμπληρώνω εγώ} κανείς δεν ξέρει ότι είσαι σκύλος», «που λέγανε και οι αρχαίοι ημών πρωτόγονοι» (credit: Λεμόνι Δίχως Όνειρα).
Προς το τέλος: Και γιατί να μην είναι μια Χρύσα που δεν έχει τίποτα και κανένα να φοβηθεί; Μια Χρύσα που σκέφτηκε: «Ας αρπάξω αυτή τη μία ευκαιρία που μου δίνεται να γνωρίσω αυτόν που ενόχλησα με το λάθος μήνυμά μου»;
Και γιατί να φανώ τόσο στόκος, τόσο πεισματικά αμυνόμενος πίσω από το «δεν-σε-ξέρω-δεν-με-ξέρεις», «better-be-safe» μη χέσω, εγώ που παλαιότερα έγραφα (για όλο το κείμενο, κλικ εδώ):
[Παρατηρώ ότι το φαινόμενο του υπερπληθυσμού συνοδεύεται και από ένα αμυντικό αίσθημα απέναντι στους ξένους. Για παράδειγμα, ένας άγνωστος κάθεται δίπλα μας στο λεωφορείο και δεν του ανοίγουμε κουβέντα. Για ποιο λόγο; Οι νόμοι των πιθανοτήτων έφεραν εμάς κι αυτόν μαζί, έστω και για λίγο. Δεν θα έχουμε αυτήν την ευκαιρία με τους πιο πολλούς σ’ αυτόν τον κόσμο. Ακόμα πιο απίθανο είναι να συναντηθούμε ξανά με το ίδιο άτομο. Γιατί κομπλάρουμε και δεν αρπάζουμε την ευκαιρία, να ανταλλάξουμε μια κουβέντα; Κοστίζει;
Λένε για τη Νέα Υόρκη (αλλά ισχύει για κάθε μεγάλη πόλη) ότι: «Μπαίνεις στο μετρό, συναντάς μια κοπέλα, δεν της μιλάς, κατεβαίνει σε μια στάση, και ξέρεις ότι δεν θα την ξαναδείς ποτέ».
Μας έλεγε η μητέρα μας όταν ήμασταν μικροί: «Μη μιλάς σε αγνώστους». Μήπως το πρόβλημα είναι ότι οι πιο πολλοί γύρω μας θα παραμείνουν για πάντα άγνωστοι;
Είναι αυτό το καταραμένο homophobia που μας τυραννά. Η μύχια σκέψη ότι ο οποιοσδήποτε άγνωστος στον οποίο θα ανοιχτούμε, θέλει το κακό μας.
Αμφιβάλλω. Το κακό μας το βρίσκουμε συνήθως από άτομα που τα γνωρίζουμε καλά. Όσο για αγνώστους που θέλουν το κακό μας (κλέφτες, απατεώνες κτλ.), οι πιο πολλοί θα μας επιτεθούν χωρίς να χρειαστεί να τους ανοιχτούμε.
Όλοι οι υπόλοιποι είναι, απλώς, φοβισμένα πλάσματα όπως κι εμείς. Φοβόμαστε ο ένας τον άλλο. Είναι τόσο γελοίο όσο και το να φοβόμαστε και τον ίσκιο μας. Γιατί, στο κάτω-κάτω, «όλοι το ίδιο είμαστε, σε τούτον τον κοσμάκη».
Μήπως θα βοηθούσε άμα ήμασταν λιγότεροι; Εάν είχαμε περισσότερες πιθανότητες να γνωρίσουμε μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού; Ίσως...
Εν τω μεταξύ, ανοίξου άφοβα στον άγνωστο που στέκεται δίπλα σου. Άνθρωπος είναι κι αυτός , όπως εσύ. Δεν φαντάζεσαι τι μπορείς να ανακαλύψεις.
Είναι το πιο ταιριαστό αντίδοτο στο κλίμα φόβου και τρόμου που μας έχει επιβληθεί.]
Εν τέλει, γιατί τα έγραφα αφού δεν μπορώ να τα εφαρμόσω;
[Παρένθεση: Μήπως στα blogs γράφουμε αυτό που θα θέλαμε να μπορούμε να κάνουμε αλλά που δεν καταφέρνουμε; Κλείνει η παρένθεση.]
Εμένα πάντως μια χαρά μου έχουν επιβάλει τον φόβο και τον τρόμο για τον πλησίον. Είμαι ένας υποδειγματικά συμμορφωμένος homophobiac.
Δεν μπορούσα να χωνέψω το εξής απλό: Ότι είχα να κάνω μ’ έναν απλό άνθρωπο, που δεν έβρισκε τίποτα το κακό στο να γνωρίσει έναν άγνωστο, που «συνάντησε» κατά λάθος. Κάτι με το οποίο θεωρητικά είμαι σύμφωνος, αλλά που δεν μπόρεσα να κάνω ο ίδιος.
Το αναμενόμενο, σύμφωνα με το κείμενο που έγραφα κάποτε, θα ήταν να της πιάσω ΕΓΩ την κουβέντα πρώτος.
Γαμώ την εμπειριοκρατία μου μέσα γαμώ.
Όλο θεωρία είμαι, από πράξη 0.
{αυτό-φασκέλωμα}
Tero
Μερικά τυχαία γεγονότα σε αναστατώνουν τόσο πολύ...
Πριν από λίγες μέρες, συνέβησαν τα εξής.
Το κινητό μου άρχισε να χτυπά. Ο αριθμός μου ήταν άγνωστος. Το κοίταζα πολύ ώρα καθώς χτυπούσε, σκεπτόμενος: «Να το σηκώσω τώρα, ή θα ‘ναι κανένας φαρσέρ;». Τελικά, αποφάσισα «δε γαμιέται, σήκωσέ το». Μα με το που πατάω το πλήκτρο ομιλίας, το κλείνει.
“Too late”, σκέφτηκα. Αν θέλει, ας ξαναδοκιμάσει.
Και θα ξαναδοκίμαζε. Μετά από ένα λεπτό με αρχίζει στις αναπάντητες. Δεν προλάβαινα και να το σηκώσω. Μετά από 5-6 αναπάντητες, μου στέλνει το εξής μήνυμα, που μ’ άφησε να ξύνω το κεφάλι μου:
- Έλα βρε Κώστα τι κάνεις; Η Χρύσα είμαι. Πότε θα έρθεις κατά δω; Δώσε χαιρετίσματα τον ξάδερφό μου. Φιλάκια!
Τώρα, ούτε Κώστα με λένε, ούτε γνωρίζω καμιά Χρύσα.
Ενδεχόμενα άρχισαν να περνάνε από το μυαλό μου. Ή είναι πραγματικά κάποια Χρύσα που ήθελε να γράψει σε κάποιον Κώστα, αλλά έκανε λάθος το νούμερο, ή είναι κάποιος συμφοιτητής μου που μου έστειλε μήνυμα από άλλο κινητό, υπογράφοντας με γυναικείο όνομα, για να δει αν θα «τσιμπήσω».
Όπως κι αν είχε αποφάσισα να απαντήσω:
- Κώστας; Χρύσα; Αποκλείεται, λάθος νούμερο παίρνεις.
Η απάντηση ήρθε πολύ γρήγορα και με προβλημάτισε ακόμα περισσότερο από το προηγούμενο.
- Εσύ ποιος είσαι; Από πού; ΟΚ συγγνώμη αν κάνω λάθος.
Το ενδεχόμενο της φάρσας από συμφοιτητή άρχισε να ισχυροποιείται. Αν πράγματι μου μιλάει κάποια Χρύσα που έκανε λάθος το νούμερο, τότε τι την νοιάζει ποιος είμαι; Μάλλον κάποιος «συνάδελφος» θέλει να δει αν μου αρέσει το καμάκι μέσω κινητού.
Το περίεργο είναι ότι, ενώ το πιο φυσιολογικό και για τις δυο περιπτώσεις είναι το να μην απαντήσεις, εγώ έγραψα:
- Από Σαλονίκη είμαι, το ποιος είμαι δεν έχει σημασία, ε;
(Σημείωση Είπα και ψέματα, καθότι, stricto sensu, ΔΕΝ είμαι από Θεσσαλονίκη.)
Και πάλι η απάντηση ήρθε γρήγορα:
- Από Θεσ/νίκη; Οπότε σίγουρα έκανα λάθος. Πειράζει που ρώτησα ποιος είσαι; Τέλος πάντων, συγγνώμη για την ενόχληση.
Τώρα τα δυο ενδεχόμενα μου φαίνονται το ίδιο απίθανα. Αν ήταν συμφοιτητής μου, δεν θα διάλεγε να συνεχίσει έτσι την φάρσα, αλλά θα έγραφε κάτι στο στυλ «Μα πες μου πως σε λένε, θέλω να σε γνωρίσω τώρα!!! κτλ. κτλ.». Αν πάλι ήταν αυτή η κάποια Χρύσα, τότε γιατί επιμένει να θέλει να μάθει πως με λένε, και γιατί τσατίστηκε που δεν θέλω να της πω;
Περνάει ένα μισάωρο ήρεμα. Τότε κάνει μια αναπάντητη. Χωρίς μήνυμα.
Γράφω (just in case που να ήταν η κάποια Χρύσα, γιατί δεν μ’ αρέσει να τσατίζονται άνθρωποι μαζί μου, τουλάχιστον όταν εγώ δεν το επιδιώκω!):
- Ναι, τι ήθελα να πω: Όλοι μας κρυβόμαστε λίγο-πολύ από τον άλλο. Είναι μια κακή συνήθεια. Μακάρι να ήταν αλλιώς.
Δεν ήρθε απάντηση. «Του ή της πέρασε», σκέφτηκα.
5μισι ώρες μετά, να σου πάλι μήνυμα και αναπάντητη.
- Δηλαδή δεν θα μου πεις το όνομά σου; Δεν σου ζήτησα και ταυτότητα.
Τώρα το ενδεχόμενο «συμφοιτητής» αρχίζει να εξατμίζεται. Ένας φαρσέρ δεν θα επέμενε ΤΟΣΟ ώστε να ξαναρχίσει τη φάρσα 5μισι ώρες μετά.
Γράφω (στην Χρύσα, πλέον) τον προβληματισμό μου μ’ εκείνη:
- Μπράβο υπομονή & επιμονή! Ακόμα θες να μάθεις πως λέγεται ένας άγνωστός σου; Δημήτρη με λένε, αλλά πες μου τώρα κάτι: Τι κατάφερες; Μήπως θα συναντηθούμε ποτέ;
(Σημείωση: Δεύτερη φορά που λέω ψέματα. Δεν με λένε Δημήτρη. Κρατάω πισινή, γιατί δεν νοιώθω καθόλου άνετα με αυτήν την «εισβολή» στα προσωπικά μου δεδομένα από έναν άγνωστο.)
Της στέλνω «καπάκι» άλλο ένα μήνυμα:
- Ακόμα κι αν συναντηθούμε αύριο κιόλας κατά τύχη στο δρόμο, θα με αναγνωρίσεις; Σκέψου το. Είσαι μια άγνωστη και είμαι ένας άγνωστος.
Έρχεται η απάντηση στο πρώτο μήνυμα, όπου θέτει το ενδιαφέρον της νέτα σκέτα, κι αυτό που εγώ ειρωνεύτηκα («Μήπως θα συναντηθούμε ποτέ;») αυτή το παίρνει στα σοβαρά:
- Ποτέ δεν ξέρεις. Δηλαδή δεν υπάρχει περίπτωση να γνωριστούμε ποτέ; Εξάλλου δεν είναι και τόσο μεγάλη η απόστασή μας. Αν επιτρέπεται πόσο χρονών είσαι;
Σκέφτηκα: «ας μην τη φλομώσω ΤΡΙΤΗ φορά»:
- 18... Βλέπεις το ποτήρι μισογεμάτο, και κατά βάθος σε ζηλεύω γι’ αυτό.
Τώρα έρχεται η απάντηση στο «καπάκι»:
- Όχι απλά αν έρθεις και θες θα μου πεις να γνωριστούμε. Έτσι δεν είναι;
Κοίτα να δεις έναν αποφασισμένο άνθρωπο! Άρχισα να σκέφτομαι το νέο ενδεχόμενο η Χρύσα να μου κάνει πλάκα. Άκου εκεί «αν έρθεις». Σάμπως ήξερα που μένει! Και σάμπως αυτή ήταν σίγουρη ότι ήθελε να με γνωρίσει! Γι’ αυτό, της γράφω:
- Μα να έρθω που; Δεν ξέρω καν που μένεις, και ούτε εσύ ξέρεις για μένα. Δεν ξέρεις καν αν είμαι φυσιολογικό άτομο.
Ανένδοτη, παρά την απειλή «δεν-ξέρεις-με-τι-είδους-άνθρωπο-μιλάς», απαντά:
- Εγώ μένω [...] (<-- το λογοκρίνω, δεν χρειάζεται να ξέρετε που μένει, πάντως στην Δυτική Μακεδονία είναι). Έρχεσαι κατά δω καθόλου; Πάντως όλα τα βλέπεις αρνητικά. Δηλαδή τι κακό μπορεί να έχεις;
Εδώ, πολύ θα ήθελα να της είχα απαντήσει «Εάν με γνώριζες, μάλλον θα άλλαζες γνώμη.», αλλά δεν μου ‘ρθε, γαμώτο. Αντ’ αυτού της λέω άλλη μια αλήθεια, τι διάολο να έκανα:
- [...] περνάω μόνο αν πηγαίνω Ξάνθη, που κι αυτό σπάνια γίνεται. Θέλω να σου πω ότι είσαι τολμηρή. Θες να γνωρίσεις κάποιον που δεν τον έχεις ακούσει ποτέ.
Και «καπάκι», το εξής αφοπλιστικό:
- Λύσε μου μια απορία: Πώς αντιμετωπίζεις την πιθανότητα να είμαι ένας μανιακός δολοφόνος που μόλις εντόπισε το νέο του θύμα; Ή προτιμάς να μην το σκέφτεσαι;
Και, βλέποντας ότι αργεί να απαντήσει («Ωραία, την έβαλα σε σκέψεις!») συμπληρώνω:
- Μπορεί άμα έρθω [...] να σε γνωρίσω στην τύχη, να μιλήσω μαζί σου, μπορεί και να γίνουμε παλιόφιλοι! Αλλά μέσω κινητού... τι γνωριμία να κάνεις;
Τούτη τη φορά άργησε λίγο, αλλά δεν τα παράτησε. Όμως μάλλον της μπήκαν ψύλλοι στ’ αυτιά:
- Βρε αγόρι μου γιατί τα κάνεις τόσο τραγικά τα πράγματα; Εκτός κι αν είσαι κανένας τέτοιος και μου τα λες αυτά.
(Σημείωση 1: Αγόρι «μου»;;;)
(Σημείωση 2: «Εκτός κι αν είσαι κανένας τέτοιος και μου τα λες αυτά.» Ε, ρε γέλια!)
- Φοβήθηκες λίγο, ε; Ξέρεις κάτι; Εσύ την περνάς πιο ανέμελα, έτσι ήθελα να είμαι κι εγώ... μόνο που είμαι κρυπτομανής... όπως βλέπεις.
(Σημείωση: Εδώ είπα μεγάλη αλήθεια.)
- Ξέρεις κάτι; Ποτέ δεν έχω γνωριστεί με κάποιον παράξενο άνθρωπο γι’ αυτό μου φάνηκε περίεργο κατάλαβες;
(Σκέψη: «Χαίρομαι που με αποκαλείς παράξενο. Επιτέλους καταλαβαίνεις με τι άνθρωπο έχεις να κάνεις!»)
- Ποτέ; Δεν θα πρέπει να είσαι μεγάλη, έτσι;
- Στα 17 είμαι. Πάντως είσαι μικρός για να τα αντιμετωπίζεις όλα έτσι, σωστά; Σκέψου και λίγο θετικά. Αλλά γιατί μου τα είπες όλα αυτά; Έχεις καμιά σχέση;
Ήθελα να της πω ότι δεν έχω σχέση μ΄ αυτά αλλά τα λέω από ιδιοσυγκρασία...
...Κι εκεί μένω από μονάδες. Βίαιο τέλος της ιστορίας...
Afterthoughts: Η αρχική μου αντιμετώπιση ήταν: Σιγά μην υπάρχει έστω και ΜΙΑ Χρύσα στο κόσμο που, ορμώμενη από ένα λάθος μήνυμα, προσπαθεί να γνωρίσει έναν άγνωστο και μάλιστα καίγεται να τον συναντήσει! Κάποιος συμφοιτητής μου έχει κέφια και όρεξη για φάρσες, απλά.
Αργότερα: Δεν είναι συμφοιτητής μου, αλλά που ξέρω εγώ αν αυτός που μου στέλνει τα μηνύματα δεν είναι κάποια Χρύσα αλλά ένας 50ρης τρανσέξουαλ που άκουσε για 18χρονο και του πέσανε τα σάλια, και προσπαθεί, πίσω από το «Χρύσα» να μου κάνει καμάκι; Άλλωστε, «στο Internet {και σ’ όλες της ηλεκτρονικές επικοινωνίες, συμπληρώνω εγώ} κανείς δεν ξέρει ότι είσαι σκύλος», «που λέγανε και οι αρχαίοι ημών πρωτόγονοι» (credit: Λεμόνι Δίχως Όνειρα).
Προς το τέλος: Και γιατί να μην είναι μια Χρύσα που δεν έχει τίποτα και κανένα να φοβηθεί; Μια Χρύσα που σκέφτηκε: «Ας αρπάξω αυτή τη μία ευκαιρία που μου δίνεται να γνωρίσω αυτόν που ενόχλησα με το λάθος μήνυμά μου»;
Και γιατί να φανώ τόσο στόκος, τόσο πεισματικά αμυνόμενος πίσω από το «δεν-σε-ξέρω-δεν-με-ξέρεις», «better-be-safe» μη χέσω, εγώ που παλαιότερα έγραφα (για όλο το κείμενο, κλικ εδώ):
[Παρατηρώ ότι το φαινόμενο του υπερπληθυσμού συνοδεύεται και από ένα αμυντικό αίσθημα απέναντι στους ξένους. Για παράδειγμα, ένας άγνωστος κάθεται δίπλα μας στο λεωφορείο και δεν του ανοίγουμε κουβέντα. Για ποιο λόγο; Οι νόμοι των πιθανοτήτων έφεραν εμάς κι αυτόν μαζί, έστω και για λίγο. Δεν θα έχουμε αυτήν την ευκαιρία με τους πιο πολλούς σ’ αυτόν τον κόσμο. Ακόμα πιο απίθανο είναι να συναντηθούμε ξανά με το ίδιο άτομο. Γιατί κομπλάρουμε και δεν αρπάζουμε την ευκαιρία, να ανταλλάξουμε μια κουβέντα; Κοστίζει;
Λένε για τη Νέα Υόρκη (αλλά ισχύει για κάθε μεγάλη πόλη) ότι: «Μπαίνεις στο μετρό, συναντάς μια κοπέλα, δεν της μιλάς, κατεβαίνει σε μια στάση, και ξέρεις ότι δεν θα την ξαναδείς ποτέ».
Μας έλεγε η μητέρα μας όταν ήμασταν μικροί: «Μη μιλάς σε αγνώστους». Μήπως το πρόβλημα είναι ότι οι πιο πολλοί γύρω μας θα παραμείνουν για πάντα άγνωστοι;
Είναι αυτό το καταραμένο homophobia που μας τυραννά. Η μύχια σκέψη ότι ο οποιοσδήποτε άγνωστος στον οποίο θα ανοιχτούμε, θέλει το κακό μας.
Αμφιβάλλω. Το κακό μας το βρίσκουμε συνήθως από άτομα που τα γνωρίζουμε καλά. Όσο για αγνώστους που θέλουν το κακό μας (κλέφτες, απατεώνες κτλ.), οι πιο πολλοί θα μας επιτεθούν χωρίς να χρειαστεί να τους ανοιχτούμε.
Όλοι οι υπόλοιποι είναι, απλώς, φοβισμένα πλάσματα όπως κι εμείς. Φοβόμαστε ο ένας τον άλλο. Είναι τόσο γελοίο όσο και το να φοβόμαστε και τον ίσκιο μας. Γιατί, στο κάτω-κάτω, «όλοι το ίδιο είμαστε, σε τούτον τον κοσμάκη».
Μήπως θα βοηθούσε άμα ήμασταν λιγότεροι; Εάν είχαμε περισσότερες πιθανότητες να γνωρίσουμε μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού; Ίσως...
Εν τω μεταξύ, ανοίξου άφοβα στον άγνωστο που στέκεται δίπλα σου. Άνθρωπος είναι κι αυτός , όπως εσύ. Δεν φαντάζεσαι τι μπορείς να ανακαλύψεις.
Είναι το πιο ταιριαστό αντίδοτο στο κλίμα φόβου και τρόμου που μας έχει επιβληθεί.]
Εν τέλει, γιατί τα έγραφα αφού δεν μπορώ να τα εφαρμόσω;
[Παρένθεση: Μήπως στα blogs γράφουμε αυτό που θα θέλαμε να μπορούμε να κάνουμε αλλά που δεν καταφέρνουμε; Κλείνει η παρένθεση.]
Εμένα πάντως μια χαρά μου έχουν επιβάλει τον φόβο και τον τρόμο για τον πλησίον. Είμαι ένας υποδειγματικά συμμορφωμένος homophobiac.
Δεν μπορούσα να χωνέψω το εξής απλό: Ότι είχα να κάνω μ’ έναν απλό άνθρωπο, που δεν έβρισκε τίποτα το κακό στο να γνωρίσει έναν άγνωστο, που «συνάντησε» κατά λάθος. Κάτι με το οποίο θεωρητικά είμαι σύμφωνος, αλλά που δεν μπόρεσα να κάνω ο ίδιος.
Το αναμενόμενο, σύμφωνα με το κείμενο που έγραφα κάποτε, θα ήταν να της πιάσω ΕΓΩ την κουβέντα πρώτος.
Γαμώ την εμπειριοκρατία μου μέσα γαμώ.
Όλο θεωρία είμαι, από πράξη 0.
{αυτό-φασκέλωμα}
Tero
Άλλοι άνεμοι:
Φύσα κι εσύ!
‹‹‹ Φου κι απ' την αρχή!
Νομίζω ότι μπερδεύεις πολλούς διαφορετικούς συλλογισμούς εδώ. Δεν μπορείς να ισχυριστείς ότι επειδή δεν αφήνεσαι να επικοινωνήσεις με ένα εντελώς άγνωστο άτομο μέσω κινητού(!) αποτελείς homophobiac.
Αν θες τη γνώμη μου, αν ήμουν στη θέση σου θα ξενέρωνα απίστευτα με όλο αυτό το σκηνικό, όχι λόγω αμφιβολιών (αν πρόκειται για πλάκα, κλπ) αλλά δεν μου αρέσουν αυτού του είδους οι "εισβολές" όχι λόγω φόβου, αλλά λόγω ενδιαφέροντος. Δεν με ενδιαφέρει αν στο εν λόγο άτομο, κάποιος έδωσε λάθος κινητό (ενδεχομένως) και αρχίζει μια κουβέντα ότι να ναι. Έχω καλύτερα πράγματα να ασχοληθώ. Το να αφήνεσαι να γνωρίζεις ανθρώπους δε σημαίνει ότι θα πρέπει σε κάθε 'πικραμένο' να δίνεις σημασία. Κατά τη γνώμη μου πρέπει να υπάρχουν ορισμένα κριτήρια τα οποία κανείς να χρησιμοποιεί ως τη βάση για το αν θα μπορούσε να έχει ενδιαφέρον να δημιουργηθεί οποιουδήποτε είδους σχέσης με κάποιον άγνωστο απέναντί του, ακόμα και για μια απλή κουβέντα μέσα στο μετρό.
Συγνώμη για το comment-σεντόνι.
Αν θες τη γνώμη μου, αν ήμουν στη θέση σου θα ξενέρωνα απίστευτα με όλο αυτό το σκηνικό, όχι λόγω αμφιβολιών (αν πρόκειται για πλάκα, κλπ) αλλά δεν μου αρέσουν αυτού του είδους οι "εισβολές" όχι λόγω φόβου, αλλά λόγω ενδιαφέροντος. Δεν με ενδιαφέρει αν στο εν λόγο άτομο, κάποιος έδωσε λάθος κινητό (ενδεχομένως) και αρχίζει μια κουβέντα ότι να ναι. Έχω καλύτερα πράγματα να ασχοληθώ. Το να αφήνεσαι να γνωρίζεις ανθρώπους δε σημαίνει ότι θα πρέπει σε κάθε 'πικραμένο' να δίνεις σημασία. Κατά τη γνώμη μου πρέπει να υπάρχουν ορισμένα κριτήρια τα οποία κανείς να χρησιμοποιεί ως τη βάση για το αν θα μπορούσε να έχει ενδιαφέρον να δημιουργηθεί οποιουδήποτε είδους σχέσης με κάποιον άγνωστο απέναντί του, ακόμα και για μια απλή κουβέντα μέσα στο μετρό.
Συγνώμη για το comment-σεντόνι.
Φύσα κι εσύ!
‹‹‹ Φου κι απ' την αρχή!



